Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενταφιάζω
- απόδοση: τοποθετώ σώμα νεκρού ατόμου σε τάφο / σκεπάζω κάτι με χώμα το ευρισκόμενο εντός ορύγματος / καταστρέφω / διαψεύδω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο αδελφός του πατέρα ενταφιάσθηκε στην αλλοδαπή όπου & απεβίωσε





