Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αλαλάζω
- απόδοση: κραυγάζω ακατάληπτα & με άκρατο ενθουσιασμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πλήθος αλαλάζει στις κερκίδες εμφανώς ενθουσιασμένο από το αποτέλεσμα
το πλήθος αλαλάζει στις κερκίδες εμφανώς ενθουσιασμένο από το αποτέλεσμα

