Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναπληρώνω
- απόδοση: ασκώ τα καθήκοντα κάποιου αντικαθιστώντας αυτόν προσωρινά ή οριστικά / συμπληρώνω κάτι το ανεπαρκές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναπλήρωσε την δεξαμενή καυσίμων με πετρέλαιο θερμάνσεως





