Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαιωνίζω
- απόδοση: ενεργώ ώστε να διαρκέσει κάτι απροσδιόριστο χρονικό διάστημα / δια της αναπαραγωγής διατηρώ είδος / αναβάλλω διαρκώς ενέργεια ή διαδικασία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαιωνίζει τα προβλήματα ακόμη & αυτά που απαιτούν άμεση λύση
επί μακρόν διαιωνίζεται η κοινωνική ανισότητα στην πατρίδα του





