Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αλλοτριώνω
- απόδοση: αποξενώνω κάποιον από τον ίδιο του τον εαυτό / ωθώ κάποιον σε ταύτιση με την υλική πραγματικότητα & την πλήρη εξάρτηση από αυτή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της συμπεριφοράς του τον αλλοτρίωσε σε βάθος





