Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συλώ
- απόδοση: αφαιρώ πολύτιμα αντικείμενα από πρόσωπο στο οποίο οφείλεται σεβασμός / λεηλατώ τάφο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φημολογείται πως σύλησε τάφους αρχαίους αποσπώντας πολύτιμα αντικείμενα





