Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αρχαΐζω
- απόδοση: μιμούμαι τους αρχαίους κατά την έκφραση / μεταχειρίζομαι τρόπους απαρχαιωμένους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπήρξε συγγραφέας ο οποίος κατά την γραφή του αρχαΐζει & δη εντόνως





