Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αρταίνω
- απόδοση: προσθέτω καρυκεύματα στο φαγητό προκειμένου να το κάνω νοστιμότερο / προσφέρω απαγορευμένη τροφή σε περίοδο νηστείας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρταίνει το φαγητό μέχρι υπερβολής & προκλήσεως δυσπεψίας





