Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφθείρω
- απόδοση: οδηγώ άτομο ή ομάδα σε ανήθικο τρόπο ζωής / καταστρέφω πνευματικό αγαθό δίνοντας έμφαση επ΄ αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το περιβάλλον ενίοτε διαφθείρει καθοριστικά την νεολαία





