Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμβλύνω
- απόδοση: κάνω κάτι λιγότερο αιχμηρό / κάνω λιγότερο έντονο κάτι το ανεπιθύμητο & άκρως δυσάρεστο / χειροτερεύω κάτι ώστε να καθίσταται λιγότερο αποτελεσματικό
- αντίθετο: οξύνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στόχος του να αμβλύνει τις ήδη τεταμένες καταστάσεις
τελευταίως αμβλύνεται η όραση & ειδικότερα στον αριστερό οφθαλμό
το γήρας αμβλύνει την πνευματική εγρήγορση





