Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξασκώ
- απόδοση: βοηθώ άτομο να αποκτήσει καταλληλότητα σε ορισμένο τομέα ή να βελτιώσει τις επιδόσεις του σε αυτόν / εφαρμόζω θεωρητική γνώση στην πράξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον βοήθησε να εξασκηθεί στην Ιταλική γλώσσα εκδηλώνοντας για αυτό ουσιαστικό ενδιαφέρον





