Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξακριβώνω
- απόδοση: κατόπιν λεπτομερούς ερεύνης σχηματίζω αντίληψη για κάτι / ελέγχω / επαληθεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι πληροφορίες που προέκυψαν είναι απόλυτα εξακριβωμένες





