Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αμελώ
- απόδοση: δεν φροντίζω / παραμελώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αμελεί καταφανώς τα της υγείας του
αμέλησε να τηλεφωνήσει & είναι περασμένη πλέον η ώρα
από χαρακτήρα δημιουργεί λιμνάζοντα θέματα





