Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ερημώνω
- απόδοση: γίνομαι έρημος / μεταβάλλω τόπο σε κατάσταση χωρίς ανθρώπους / προκαλώ καταστροφή σε τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ερημώνει ολοσχερώς το κέντρο της Αθήνας τις ημέρες του Πάσχα





