Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκρεμώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε ζήτημα για το οποίο δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση ή δεν έχει δοθεί λύση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επί μακρόν εκκρεμεί η εξόφληση λογαριασμού σε εταιρεία του εξωτερικού





