Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμποδίζω
- απόδοση: παρεμβάλλω εμπόδιο δυσκολίας κατά την κίνηση σε άτομο ή ομάδα / δυσκολεύω κάποιον ώστε να ενεργήσει για κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πυκνή χιονόπτωση κατά τις απογευματινές ώρες εμπόδιζε την κίνηση των τροχοφόρων
οι αστυνομικοί εμπόδιζαν το διαμαρτυρόμενο πλήθος να προσεγγίσει την πλατεία Συντάγματος





