Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσανατολίζω
- απόδοση: κατευθύνω κάτι προς την ανατολή ή σε κάποιο σημείο του ορίζοντα / εντοπίζω την θέση μου στο χώρο που βρίσκομαι / ακολουθώ ή δίνω κατεύθυνση / στρέφω τον εαυτό μου προς ορισμένη κατεύθυνση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άγνωστο το που είναι προσανατολισμένες οι έρευνες των αστυνομικών αρχών
αδυνατεί να προσανατολισθεί ορθά στο κέντρο της πόλεως
η διοίκηση του οργανισμού προσανατολίζεται στην απόλυση του πλεονάζοντος προσωπικού





