Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναβαθμίζω
- απόδοση: δημιουργώ τις απαραίτητες προϋποθέσεις προκειμένου να ανέλθει κάτι ως προς την ποιοτική του στάθμη / καθιστώ κάτι καλύτερο / τοποθετώ κάποιον σε ανώτερη θέση από ιεραρχικής απόψεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον αναβάθμισε ως υπουργό αναθέτοντας καθήκοντα τσάρου της οικονομίας





