Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποχρεώνω
- απόδοση: δεσμεύω άτομο ή ομάδα με κάτι επιβαλλόμενο από την προβλεπόμενη νομοθεσία / αναφερόμενοι σε ηθικού χαρακτήρα δέσμευση / αναγκάζω άτομο ή ομάδα σε παρά την θέληση ενέργεια / αναφερόμενοι σε πιεστικές περιστάσεις που οδηγούν σε μη επιθυμητή ενέργεια / η συνειδητή προσφορά εκδούλευσης προκειμένου να αποσπάσω την υποχρέωση κάποιου για οφειλόμενη χάρη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι περιστάσεις τον υποχρέωσαν να αναζητήσει εργασία στην αλλοδαπή
υποχρεώθηκε από την προβλεπόμενη νομοθεσία να καταβάλλει αποζημίωση στον παθόντα





