Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ερυθριώ
- απόδοση: κοκκινίζω στο πρόσωπο διακατεχόμενος από ντροπή ή άλλα ψυχολογικά αίτια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ερυθριά από συστολή συνειδητοποιώντας το μέγα ατόπημα που διέπραξε





