Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναγκάζω
- απόδοση: πιέζω / υποχρεώνω κάποιον να ενεργήσει για κάτι παρά τη θέλησή του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναγκάσθηκε να απομακρυνθεί άρον άρον
αναγκάσθηκε να κόψει το κάπνισμα
βρίσκομαι σε δυσάρεστη θέση κι αναγκάζομαι να το επισημάνω
εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να το αποδεχθεί ως γεγονός
η δεχθείσα αγνωμοσύνη τον ανάγκασε να γίνει κακός
η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να λάβει μέτρα
ο ισραηλινός στρατός αναγκάσθηκε να επέμβει δυναμικά
πένεται η δυστυχής κι αναγκάσθηκε να ξενοδουλεύει





