Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λαφυραγωγώ
- απόδοση: αρπάζω λάφυρα από ηττηθέντα αντίπαλο / λεηλατώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πόλη εκκενώθηκε από τον άμαχο πληθυσμό & ο κατακτητής λαφυραγώγησε κάθε τι που είχε αξία





