Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κείτομαι
- απόδοση: βρίσκομαι ξαπλωμένος / βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου / βρίσκομαι / είμαι νεκρός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Κύπρος κείτεται μακράν
√ απόδοση: βρίσκεται μακριά από εμάς





