Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φιμώνω
- απόδοση: εφαρμόζω φίμωτρο στο στόμα κάποιου / κλείνω το στόμα κάποιου προκειμένου να μην μιλήσει ή φωνάξει / περιορίζω εν μέρει ή πλήρως την ελευθερία του λόγου μη επιτρέποντας συζητήσεις ή κριτική
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της επιβολής περιοριστικών μέτρων η Κυβέρνηση φίμωσε τον δημοσιογραφικό κόσμο





