Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθυστερώ
- απόδοση: αναχωρώ ή φθάνω μετά τον προβλεπόμενο χρόνο / ενεργώ εκτός του καθορισμένου χρόνου / προκαλώ καθυστέρηση / εμποδίζω να εξελιχθεί κάτι εντός του προβλεπόμενου χρόνου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μονίμως καθυστερεί να αποδώσει τα δεδουλευμένα στο απασχολούμενο προσωπικό





