Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανάγω
- απόδοση: προσδιορίζω χρονικά την αρχή καταστάσεως ή την καταγωγή κάποιου / αναφέρομαι σε κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανάγει την καταγωγή του σε Άραβες της Ισπανίας
ο προβληματισμός σου ανάγεται στην θεολογία
υπάρχουν στοιχεία του χριστιανισμού που ανάγονται στην ειδωλολατρία





