Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σπαράσσω
- απόδοση: διαμελίζω βιαίως θήραμα / κατασπαράσσω / προξενώ ψυχικό άλγος / δοκιμάζομαι σκληρά από συναισθήματα θλιβερά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ζει σε τόπο σπαρασσόμενο από έντονα πολιτικά πάθη





