Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμποτίζω
- απόδοση: βρέχω εις βάθος κάτι έως το εσωτερικό του / υποβάλλω ιδέα ή συναίσθημα σε άτομο ή ομάδα κατά τρόπο ώστε η συνείδηση να κυριαρχείται πλήρως & καθοριστικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εμπότισε το παιδί με μίσος προς τον πατέρα του





