Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αξιοποιώ
- απόδοση: εκμεταλλεύομαι παρεχόμενες δυνατότητες προκειμένου να αποκομίσω οφέλη από κάτι / προσφέρω την ευκαιρία αναπτύξεως ικανοτήτων & δυνατοτήτων σε άτομο ή σε ομάδα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανέδειξε λαμπρούς στρατιώτες αξιοποιώντας τις ικανότητες αυτών





