Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πειθαρχώ
- απόδοση: υπακούω εκουσίως ή αναγκαστικώς σε δεχόμενες εντολές ή επιβαλλόμενους κανόνες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πειθάρχησε προθύμως στις διαιτητικές οδηγίες του θεράποντος ιατρού





