Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδεικνύω
- απόδοση: προβάλω κάτι το όχι & τόσο εμφανές / τονίζω στοιχεία που κάνουν κάτι να ξεχωρίζει / εκλέγω ή διορίζω κάποιον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναδείχθηκε με την αξία του
αναδείχθηκε νικητής
ανέδειξε το διαμέρισμα η παρουσία των επίπλων
η ιερά σύνοδος τον ανάδειξε αρχιεπίσκοπο
στις πρόσφατες εκλογές αναδείχθηκε βουλευτής επικρατείας
το φόρεμα που επέλεξε αναδεικνύει την ομορφιά της
τον ανέδειξαν οι περιστάσεις
τον ανέδειξε το οικογενειακό περιβάλλον





