Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ωτακουστώ
- απόδοση: κρυφακούω / ακούω κρυφίως αυτά που συζητούν κάποιοι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ωτακουστεί τις συνδιαλέξεις του συζύγου της κατά τρόπο αριστοτεχνικό





