Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διευκολύνω
- απόδοση: συντελώ ώστε να εξελιχθεί διαδικασία με ευκολία / βοηθώ άτομο ή ομάδα να ανταποκριθεί σε κάτι με άνεση / βοηθώ στην αντιμετώπιση οικονομικού προβλήματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον διευκόλυνε αποφασιστικά στην εξόφληση της αγοράς του οικοπέδου στην Σπάρτη





