Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δραπετεύω
- απόδοση: φεύγω κρυφίως από φρουρούμενο χώρο / εγκαταλείπω κρυφά περιβάλλον περιοριστικό της προσωπικής μου ελευθερίας / εγκαταλείπω περιβάλλον αποδεσμευόμενος από κάθε τι με κρατά σε αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δραπέτευσε από φυλακές υψίστης ασφαλείας διαφεύγοντας σε χώρα της Λατινικής Αμερικής





