Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδεύω
- απόδοση: ανακινώ κυρίως κάτι ρευστό / κινώ ελαφρά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναδεύετε επαρκώς το φάρμακο προ της χρήσεως
το αεράκι ανάδευε τα πανέμορφα μαλλιά της





