Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπομένω
- απόδοση: αντιμετωπίζω καρτερικά κάτι το δυσάρεστο ή κατάσταση που εξελίσσεται με δυσκολία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υπομένει την αδιαφορία που εκδηλώνει ο νυν σύζυγος προς τους γονείς της





