Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπονομεύω
- απόδοση: επιδιώκω την βλάβη ατόμου ή ομάδος ενεργώντας μεθοδικά συνήθως με ύπουλα μέσα / υποσκάπτω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η γείτων χώρα υπονομεύει την εθνική κυριαρχία της Ελλάδος επί του Αιγαίου





