Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συντάσσω
- απόδοση: διατυπώνω κάτι γραπτώς / τοποθετώ καταλλήλως τα στοιχεία του λόγου εκφραζόμενος προφορικά ή γραπτά / παρατάσσω πολίτες σε θέση μάχης / βάζω σε παράταξη άτομα κυρίως μαθητές / τάσσομαι από κοινού με άλλα άτομα με το μέρος ή με την γνώμη κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχει ολοφάνερα συνταχθεί με την άποψη του διευθύνοντος συμβούλου
ο πραγματογνώμονας πρόκειται να συντάξει εντός των ημερών το πόρισμα
συντάσσει γράφοντας ή ομιλώντας με εντελώς εσφαλμένο τρόπο





