Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδιφώ
- απόδοση: ερευνώ με προσοχή / αναζητώ πληροφοριακό υλικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναδιφώντας ετυμολογικά λεξικά εύρομεν πλείστα στοιχεία επί του θέματος





