Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συγχωνεύω
- απόδοση: συνενώνω ομοειδή είδη σε ένα / αναμειγνύω μέταλλα δια της τήξεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το δικαστήριο συγχώνευσε τις ποινές που δέχθηκε ο κατηγορούμενος





