Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαρτίζω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε πρόσωπα ή πράγματα που συναποτελούν ενιαίο σύνολο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από πέντε έμμισθα μέλη





