Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χειροτερεύω
- απόδοση: γίνομαι χειρότερος από όσο είμαι / επιδεινώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι σχέσεις των δύο όμορων κρατών χειροτέρευσαν το τελευταίο διάστημα





