Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιβοηθώ
- απόδοση: σπεύδω σε βοήθεια / βοηθώ προσθέτως / προσεπικουρώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έσπευσε να επιβοηθήσει στην αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού από την πατρίδα





