Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκμηδενίζω
- απόδοση: κάνω κάτι να μην υπάρχει / καθιστώ κάποιον ή κάτι εντελώς ανίσχυρο / εξαλείφω / συντρίβω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο τακτικός στρατός εκμηδένισε την παρουσία των συμμοριτών στα παρθένα δάση της χώρας





