Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιττεύω
- απόδοση: αναφερόμενοι κυρίως σε ενέργεια που δεν είναι χρήσιμη / για κάτι που περισσεύει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κάθε άλλο σχόλιο επί του θέματος περιττεύει αγαπητοί μου





