Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναζωογονώ
- απόδοση: δίνω εκ νέου τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις που έχουν απολεσθεί / δίνω νέα ώθηση σε κάτι που έχει ατονήσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον αναζωογονούν τα πολλά & ποικίλα ενδιαφέροντα





