Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δολοφονώ
- απόδοση: θανατώνω άτομο εκ προμελέτης συνήθως με δόλιο τρόπο / προκαλώ ανεπανόρθωτη βλάβη σε άτομο ή ομάδα από αμέλεια ή αδιαφορία / αναφερόμενοι σε καταστάσεις που ξεφεύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο / εκτελώ κατά τρόπον χείριστο μουσικό έργο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βρέθηκε δολοφονημένος στην εξοχική κατοικία του πλησίον του Λαυρίου
οι έμποροι ναρκωτικών δολοφονούν συνειδητά τους χρήστες ναρκωτικών





