Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσκυρώνω
- απόδοση: αναφερόμενοι σε δικαστική αρχή που ενεργεί με προσκύρωση πράγματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κτήμα προσκυρώθηκε υπέρ του με δικαστική απόφαση κατά το έτος 1987





