Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λιθοστρώνω
- απόδοση: διαμορφώνω δρόμο πλατεία ή αυλή με κατεργασμένες πέτρες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο παππούς λιθόστρωσε την υπέροχη αυλή του νεοκλασικού με πέτρες προερχόμενες από την Μάλτα





