Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκλείω
- απόδοση: ο περιορισμός ατόμου σε κλειστό χώρο για λόγους σωφρονιστικούς ή θεραπευτικούς / εσωκλείω κάτι σε φάκελο ή σε ταχυδρομικό δέμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο διοικητής λόχου τον ενέκλεισε στο πειθαρχείο επί τριήμερο





